Πέμπτη 26 Οκτωβρίου 2017

Οι κοινότητες της Ελλάδας μέσα στην Τουρκοκρατία

Το θαύμα των κοινοτήτων
Η κοινοτική ζωή στα χρόνια της τουρκοκρατί­ας έχει σαν χαρακτηριστικό της την ανασφά­λεια, κι αυτό αποτυπώνεται αρχιτεκτονικά στην περιχαράκωσή της σε κάστρα, πύργους, καταφύγια, σε λοξά καλντερίµια, ψηλόκτιστα σπίτια και βίγλες. Στη συνέχεια, µοιάζει να ξανοίγεται ως τα αλώνια που τα χρησιµοποιούσαν και για τους χορούς των πανηγυριών. Η δοµή των ελληνικών κοινοτήτων αντιγράφει την οικογενειακή ιεραρχία. Κατά το πρότυπο του πατέρα, που είναι ο αρ­χηγός της οικογένειας, η κοινότητα ορίζει και τους δικούς της αρχηγούς, τους προεστούς, τους πρωτόγερους, το γεροντειό, τους κοτζαµπάσηδες. Γύρω από αυτούς αρχίζουν συζη­τήσεις, και γεννιέται το δικαίωµα της γνώµης και του διαλόγου, που φτάνει στα όρια της δηµοκρατικής αντιπροσωπευτικής εκλογής. Έτσι, η κάθε ελληνική κοινότητα µετατρέπε­ται σε ένα ζωντανό κύτταρο της δηµοκρατίας, όπου κυριαρχεί το πνεύµα της αυτονοµίας και της αυτοδιοίκησης.
Αυτόν τον «τοπικισµό», αιώνες µετά, στα... χρόνια της νεωτερικότητας, δηλαδή στις µέ­ρες µας, άνδρες... σοφοί θα τον χρησιµοποι­ήσουν ως επιχείρηµα για το ότι στην τουρ­κοκρατία αναπτύχτηκε το τοπικιστικό πνεύ­µα και όχι η εθνική συνείδηση· άρα υπάρχει «εθνική ασυνέχεια»... Εκείνη η δηµογεροντία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στις δύσκολες, κα­τά περιόδους και περίσταση, στιγμές των κοινοτήτων που ήρθαν αντιμέτωπες με τις δυσβάστακτες φορολογίες, την πείνα, τις ομηρίες και τα παιδομαζώματα, όπως και τις επιδημίες.
Για την εύρυθμη λειτουργία της κοινότητας υπήρχαν μια σειρά επαγγέλματα όπως οι λογαριαστάδες, οι ντελάληδες, οι νεκροθά­φτες, οι αγελαδάρηδες, οι νυχτοφύλακες, οι δραγάτες κ.ά. Η ζωή της κοινότητας μας γί­νεται γνωστή μέσα από μια χαρακτηριστική ορολογία χρήσης:
Το «ψυχομέτρι» δηλώνει την απογραφή (το μέτρημα των ψυχών). Η «λόντζα» υποδηλώνει τη γενική συνέ­λευση και ό,τι συνεπάγεται μια τέτοια δρα­στηριότητα για τη ζωή της κοινότητας.  Η «πανταχούσα» είναι η εγκύκλιος· η «μάννα» το κτηματολόγιο.  Έχουμε επίσης και τα «στεφανιάτικα», που δεν είναι άλλα από τα «δικαιώματα» του επισκόπου και κάλλιστα θα μπορούσαν να ονομάζονται και «κερατιάτικα»!... Η Αγία Εκκλησία και οι ολιγαρκείς της εκπρόσωποι πάντα είχαν τον τρόπο να τα... παίρνουν από το ποίμνιο.
Επίσης υπάρχουν και τα «παπαδικά» για τον παπά, τα «δευτεριάτικα» για τον δάσκαλο κ.ά. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι κοινότη­τες των Ελλήνων διαβιούσαν επιδεικνύοντας αξιοσημείωτη κοινωνική αλληλεγγύη και αλ­ληλοσεβασμό, που αποτελούν στοιχειώδεις προϋποθέσεις μιας αυτόνομης και αυτοδιοι­κούμενης κοινωνίας.
Μέσα σε συνθήκες σκλαβιάς, το κοινοτικό πνεύμα έγινε συνείδηση και εθνικό χαρα­κτηριστικό ως προς την αλληλοβοήθεια και τη συνεργασία, τόσο μεταξύ των ελληνικών οικογενειών όσο και στις αγροτικές κοινοτι­κές εργασίες. Γενικά, μέσα από το κοινοτικό πνεύμα αντιμετωπιζόταν κάθε περιστατικό. Η αλληλεγγύη και η συνεργασία προκύπτει από μια σειρά λέξεων της εποχής: ονόμα­τα όπως η παρακαλιά, ξέλαση, ληλοβόηθο, αντιβόηθο, δανεικαριά, παρασπόρι, αγγαριά και άλλες, υποδηλούν ότι σε κάθε περίστα­ση, ο ένας προσέτρεχε τον άλλον, πράγμα εξάλλου που γίνεται φανερό και από τα κη­ρύγματα του παπά μετά τη λειτουργία, συνή­θεια που έχει διατηρηθεί ως τις μέρες μας: να καλείται η κοινότητα να συνδράμει σε ιδι­ωτικές ή δημόσιες υποθέσεις των ενοριτών. Αυτή η συγκινητική συνθήκη ζωής που ζού­σαν οι προπάτορές μας στα χρόνια της τουρ­κοκρατίας επισφραγιζόταν συνήθως από τις «κρασοφιλιές», όπου οι πιο φτωχοί, όλοι αυ­τοί που δέχτηκαν τη βοήθεια, έβαζαν το κρασί προς υγεία όλων εκείνων που βοήθησαν ως ηθική ανταμοιβή αλλά και ευκαιρία για γλέντι τρικούβερτο! Άλλες, πιο κλειστές εκ­δηλώσεις αλληλεγγύης ήταν τα περίφημα νυ­χτέρια ή αλλιώς αποσπερίδια σε διαφορά φι­λικά ή συγγενικά σπίτια της κοινότητας, όπου μαζεύονταν προκειμένου να βοηθήσουν σε διάφορες σπιτικές δουλειές, από το σπάσιμο των αμυγδάλων ή την επεξεργασία των ελιών ως το ξάσιμο του μαλλιού και την ετοιμασία της προίκας των κοριτσιών. Το ρακί δεν έλειπε ούτε απ’ αυτές τις συνευ­ρέσεις, όπου μάλιστα άφηναν (με τη σχετική επιτήρηση ασφαλείας) τους νέους παραδί­πλα να πλέκουν και αυτοί τα ερωτικά τους ειδύλλια. Ενδεικτικά μάλιστα είναι τα ανάλα­φρα τραγούδια του 15ου και του 16ου αιώνα με ερωτικό περιεχόμενο που σώθηκαν στη δημοτική μας παράδοση:
 «Αφόν εστήθη ο ουρανός και θεμελιώθη ο κόσμος και περιφράχθη η θάλασσα τριγύρω με τον άμμον, εκ τότε, κόρη, σ’ αγαπώ κι ακόμα δεν σου το ’πα...»
Μετά την οθωμανική κατάκτηση η οργάνωση των πόλεων και των κοινοτήτων περνά μέσα από την οθωμανική διοίκηση. Η κεντρική Ελλάδα ήταν οργανωμένη σε τέσσερα Σαντζάκια (περιφέρειες), τα οποία υποδιαιρούνταν σε είκοσι τέσσερις Καζάδες (επαρχίες) (Πιζάνιας, 2015: 283). Οι Πόλεις είχαν μεικτό πληθυσμό που αποτελείτο από Έλληνες-Ρωμιούς, Οθωμανούς, Εβραίους και Αρμένιους. Αντιστοιχούσαν στα τέσσερα Μιλέτια, τα οποία συνέθεταν την οθωμανική αυτοκρατορία που ήταν:

- Μιλλέτ των Μουσουλμάνων (πολίτες Α’ κατηγορίας με επικεφαλής τον Σουλτάνο που ήταν επικεφαλής ολόκληρης της αυτοκρατορίας)
- Μιλλέτ των Ρουμ ή Ρουμ Μιλλέτ (με επικεφαλής τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος λογίζονταν ως «Ασκερί» δηλαδή ανώτατος Οθωμανός αξιωματούχος)
- Μιλλέτ των Εβραίων (με επικεφαλής τους ραββίνους τους)
- Μιλλέτ των Αρμενίων (με επικεφαλής τον δικό τους Πατριάρχη)

Οι υποτελείς στο Μιλλέτ των μουσουλμάνων ονομάζονταν «Ζιμμί», δηλαδή προστατευόμενοι και πλήρωναν, εκτός των άλλων φόρων το Cizye (κεφαλικός φόρος για την προστασία που παρείχαν οι μουσουλμάνοι) και το Haradj (το χαράτσι που ήταν επιπλέον φόρος για τους ζιμμίδες). Στην Βόρεια Ελλάδα, στην Θεσσαλονίκη, από τα τέλη του 15ου αιώνος έως και το 1912 η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν εβραϊκής καταγωγής εξ Ισπανίας (Σεφαραδίτες, οι οποίοι εξεδιώχθησαν από τους βασιλείς της Ισπανίας το 1492).

Οι Πόλεις, τώρα, διοικούντο από τον τούρκο διοικητή τον επονομαζόμενο και Βοεβόδα. Όσες πόλεις είχαν δεχθεί τους Οθωμανούς, δίχως να προβάλλουν αντίσταση, απολάμβαναν τα προνόμιά τους, χαρακτηριστικό παράδειγμα τα Ιωάννινα που αποδέχθηκαν ειρηνικά τον Σινάν Πασά το 1431. Όσες, πάλι, πόλεις αντιστέκονταν σθεναρά, όταν τις καταλάμβαναν οι Οθωμανοί υπόκειντο σε τριήμερο λεηλασία, όπως για παράδειγμα η Θεσσαλονίκη το 1430 και η Κωνσταντινούπολη το 1453. Στις πόλεις ανθούσαν οι διάφορες «Συντεχνίες» (ενώσεις επαγγελματιών όπως αρτοποιοί, σιδεράδες, σαγματοποιοί κ.λ.π), το εμπόριο, και η ναυτιλία σε όσες είχαν λιμάνια. Επιπλέον, από τον 16ο αιώνα και μετά που συνάπτονται οι πρώτες διομολογήσεις (εμπορικές συμφωνίες) μεταξύ Τουρκίας και Γαλλίας αρχικά (για να ακολουθήσουν αργότερα και άλλες ευρωπαϊκές χώρες) οι ελληνόφωνοι κάτοικοι των παραθαλασσίων πόλεων προσλαμβάνονται ως «Μπερατλήδες», δηλαδή προστατευόμενοι μεσάζοντες μεταξύ των ευρωπαίων και των Οθωμανών. Γενικά το θαλάσσιο εμπόριο αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό από τους Έλληνες, τόσο κατά την περίοδο αποκλεισμού του Ευξείνου Πόντου από την Οθωμανική αυτοκρατορία από το 1592 έως το 1783 όσο και κατά την περίοδο του αποκλεισμού των γαλλικών λιμανιών από την Αγγλία κατά την περίοδο των Ναπολεόντιων πολέμων στα τέλη του 18ου έως το 1815. Ενδιάμεσα, εκμεταλλεύτηκαν και την υπογραφή της Συνθήκης Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1774, για να εμπορεύονται και υπό την ρωσική σημαία.

Στην επαρχία δημιουργήθηκε ένα πολύ δυνατό κοινοτικό σύστημα για να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες της οθωμανοκρατίας. Έτσι αναπτύχθηκε η τοπική αυτοδιοίκηση, η οποία πέρασε, σχεδόν αυτούσια, και στο νεοελληνικό κράτος. Επικεφαλής κάθε κοινότητος ήταν οι Δημογέροντες ή Προεστοί (στην Πελοπόννησο ονομάζοντο Κοτζαμπάσηδες). Εκείνοι ρύθμιζαν την διοίκηση της που περιελάμβανε την κατανομή της φορολογίας (η φορολογία έως το 1691 περίπου ήταν συλλογική ανά κοινότητα και όχι ατομική, ήταν και ο βασικός λόγος για την οργάνωση της τοπικής αυτοδιοίκησης εκείνα τα χρόνια), τα δημόσια έργα όπως δρόμοι, γέφυρες κ.λ.π, την εκδίκαση αστικών υποθέσεων (συμβουλεύοντο την «Εξάβιβλο» και τον «Νομοκάνονα» ως νομικά βιβλία, ορισμένες όμως κοινότητες συνέγραφαν δικούς τους νόμους), την αποστολή του «Δεκίλη» που αναλάμβανε τις δημόσιες σχέσεις με τους Οθωμανούς (ήταν τα “αυτιά” και τα “μάτια” της κοινότητος απέναντι στην οθωμανική διοίκηση) και γενικά ότι αφορούσε τον κοινοτικό βίο. Στις κοινότητες υπήρχε υποχρεωτική εργασία τεσσάρων ημερών το έτος για τα διάφορα έργα. Επίσης, από τις κοινότητες στις αγροτικές περιοχές έπαιρναν εφήβους για το «Ντεβσιρμέ», δηλαδή το παιδομάζωμα.

Στα ορεινά οι περιοχές παρέμεναν απάτητες από τους Οθωμανούς οι οποίοι όριζαν ως διοικητές ντόπιους, τους «Αρματολούς», οι οποίοι ήταν επιφορτισμένοι να μαζεύουν τους φόρους (ποσά κατά προσέγγιση) και μία φορά τον χρόνο να τους αποδίδουν στον τοπικό «Καδή» (ιεροδικαστής). Ακόμη, οι Αρματολοί φύλασσαν τα διάφορα «Δερβένια» (περάσματα) και κυνηγούσαν τους κλέφτες για να τους παραδώσουν στις οθωμανικές αρχές των πεδινών. Οι Αρματολοί είχαν την ιδιότητα του «Ασκερί» (ανώτερος αξιωματούχος), ως εκ τούτου δεν πλήρωναν φόρους όπως και οι άλλοι Ασκερί (Σπαχήδες, Μέγας Δραγουμάνος, Μέγας Βεζύρης, Πατριάρχες κ.λ.π). Να σημειώσουμε ότι στην Πελοπόννησο δεν υπήρχαν αρματολοί. Επιπλέον, από τα ορεινά ξεκινούσαν τα λεγόμενα «Μπουλούκια» που ήταν περιφερόμενοι τεχνίτες οι οποίοι προσέφεραν την τέχνη τους στις μεγάλες πόλεις (π.χ λαξευτές πέτρας, οικοδόμοι, ξυλογλύπτες κ.λ.π).

Και μιας και αναφέραμε την Πελοπόννησο, δέον να επισημάνουμε ότι γνώρισε δύο Τουρκοκρατίες (1461-1685 και 1718-1830) και δύο Βενετοκρατίες (1204-1461 η πρώτη εν μέρει και 1685-1718). Στην Πελοπόννησο υπήρχαν μεγάλοι γαιοκτήμονες, ντόπιοι και Οθωμανοί. Οι μεγάλες οικογένειες γνώριζαν από διοίκηση και ήταν οργανωμένες σε Φατρίες-Κόμματα. Τα δύο μεγαλύτερα ήταν το Αχαϊκό και το Αρκαδικό που συγκρούονταν μεταξύ τους. Την διοίκηση την είχε ο Πασάς της Πελοποννήσου με έδρα την Τρίπολη. Στην διοίκησή του είχε ένα σώμα που αποτελείτο από 2 + 2 μέλη (2 Μουσουλμάνοι, 2 Χριστιανοί). Ένας τρίτος Χριστιανός στέλνεται ως Δεκίλλης στην Κωνσταντινούπολη. Ουσιαστικά η περιοχή κατά την δεύτερη τουρκοκρατία συνδιοικείται. Η Πελοποννησιακή Γερουσία είναι εκείνη που διαλέγει τους τρεις Χριστιανούς αντιπροσώπους του διοικητικού σώματος που συνεπικουρούσε τον Πασά (μαζί με τους 2 Μουσουλμάνους αντιπροσώπους). Να τονίσουμε, μάλιστα, ότι το 90% των κατοίκων της Πελοποννήσου ήταν χριστιανοί, τα καλλίτερα κτήματα, όμως, τα είχε η μειοψηφία των Μουσουλμάνων.

Εξετάζοντας την ζωή στα μικρά νησιά κατά την οθωμανοκρατία θα δούμε ότι ήταν απαλλαγμένα από την οθωμανική διοίκηση. Η οθωμανική διοίκηση όριζε την συνεισφορά τους στην αυτοκρατορία σε «Μελάχηδες ή Λεβέντες» δηλαδή ναύτες για το οθωμανικό ναυτικό (οι πιο φημισμένοι ήταν οι Υδραίοι), σε είδη ναυπηγήσεως (ξυλεία, πανιά) αλλά και σε εξειδικευμένους τεχνίτες (π.χ ξυλουργούς) για την ναυπήγηση των πλοίων. Οι νησιώτες, επίσης, ανέπτυξαν σε μέγιστο βαθμό την ναυτιλία με την πρακτική της «Σερμαγιάς». Η Σερμαγιά ήταν η ναυπήγηση και η εμπορική εκμετάλλευση ενός πλοίου με μερτικό, δηλαδή συμμετοχικά, και ορίζεται με συμφωνητικό. Επίσης και η αμοιβή ήταν με μερτικό. Τέλος, να αναφέρουμε ότι στην διοίκηση των νησιών, την οποία είχε ο Καπουδάν Πασάς, υπάγονταν η Μάνη η οποία εθεωρείτο νησί και όχι κομμάτι της Πελοποννήσου. Οι Μανιάτες, δε, εξελίχθησαν στους πιο φοβερούς πειρατές της Μεσογείου.

Οι Δήμοι και οι Κοινότητες στο νεοελληνικό κράτος
Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους το 1830 εισάγεται ο θεσμός της τοπικής αυτοδιοίκησης από την αντιβασιλεία των Βαυαρών στις 27 Δεκεμβρίου του 1833. Οι πρώτες δημοτικές εκλογές διηξήχθησαν στον νομό Αργολιδοκορινθίας με έμμεσο τρόπο. Οι πολίτες (μόνο άνδρες και με εισοδηματικά κριτήρια) ψήφιζαν για την εκλογή δημοτικών συμβούλων και η κυβέρνηση διόριζε ίσο αριθμό δημοτικών συμβούλων. Από τους τρεις πρώτους πλειοψηφήσαντες, η κεντρική διοίκηση επέλεγε έναν, ο οποίος αναλάμβανε καθήκοντα δημάρχου. Στην Αθήνα οι πρώτες δημοτικές εκλογές έλαβαν χώρα από τις 15 έως τις 20 Μαρτίου 1835. 

Το 1912 ο Ελευθέριος Βενιζέλος αναμόρφωσε την τοπική αυτοδιοίκηση. Εισήγαγε τον νόμο ΔΝΖ' «Περί συστάσεως Δήμων και Κοινοτήτων», σύμφωνα με τον οποίο οι δήμοι κατακερματίσθηκαν και δημιουργήθηκαν χιλιάδες κοινότητες σε ολόκληρη την επικράτεια. Με βάση τον παραπάνω νόμο διηξήχθησαν στην απελευθερωμένη Θεσσαλονίκη οι πρώτες εκλογές στις 25 Οκτωβρίου 1925. Αξιοσημείωτο, επίσης, είναι το γεγονός ότι στις δημοτικές εκλογές της 11ης Φεβρουαρίου του 1934 ψήφισαν για πρώτη φορά οι Γυναίκες (αρκετά χρόνια πριν την 19η Φεβρουαρίου του 1956 που τους επετράπη για πρώτη φορά η ψήφος, αυτή την φορά στις βουλευτικές εκλογές). Οι εκλογές του 1934 ήταν οι τελευταίες για ένα χρονικό διάστημα δεκαεπτά ετών, έως το 1951 δηλαδή που διηξήχθησαν εκ νέου (ο λόγος ήταν η άνοδος το 1936 στην εξουσία του Μεταξά, ο Β’ Παγκόσμιος και ο Εμφύλιος που ακολούθησε). 

Κατά την διάρκεια της επταετίας 1967-1974 οι δήμαρχοι διορίζονταν από την δικτατορία ενώ το 1974 επανέρχονται οι δημοτικές εκλογές. Το σύστημα των δημοτικών εκλογών από το 1974 έως σήμερα απαιτεί πλειοψηφία 50% συν ένα, διαφορετικά υπάρχει και δεύτερος γύρος. Το 1994 εισάγεται η απ’ ευθείας εκλογή των Νομαρχών από τους δημότες. Το 1997 με τον Νόμο 2539/97 εισάγεται το σχέδιο «Καποδίστριας» με την χώρα να διαιρείται σε 13 Περιφέρειες, 51 Νομούς, 910 Δήμους και 124 Κοινότητες με σκοπό την βελτιστοποίηση της δημόσιας διοίκησης. Τέλος, με το πρόγραμμα «Καλλικράτης» με βάση τον Νόμο 3852/2010 λαμβάνει χώρα η τελευταία διοικητική μεταρρύθμιση για την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Έτσι έχουμε 7 Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, 13 Περιφέρειες και 352 Δήμους. Οι επικεφαλείς των αποκεντρωμένων διοικήσεων διορίζονται από την Κυβέρνηση ενώ οι Περιφερειάρχες και οι Δήμαρχοι είναι αιρετοί. (http://www.sansimera.gr/articles/772).

Συμπεράσματα

Με την σημερινή μας χρονική περιήγηση διαπιστώσαμε το πόσο βαθιά είναι ριζωμένο στον τόπο μας το κοινοτικό αίσθημα. Ξεκινήσαμε από τις φατρίες και τις κώμες, φθάσαμε στην αποθέωση της Πόλης-Κράτους στα κλασσικά χρόνια, για να περάσουμε στη νέα φάση με τις Πόλεις-Διοικητικά κέντρα κατά τους ελληνιστικούς, ρωμαϊκούς και βυζαντινούς χρόνους και να καταλήξουμε στην ανάδειξη των κοινοτήτων ως το κύριο μέσο πολιτικής, κυρίως, εκφράσεως των υπόδουλων Ελλήνων κατά την μακρά οθωμανική περίοδο. Έτσι, η τοπική αυτοδιοίκηση στην ελεύθερη Ελλάδα παρέλαβε έτοιμη την οργάνωσή της, την οποία και διατήρησε μέχρι, σχεδόν, το τέλος του 20ου αιώνος, όπου με τις νέες μεταρρυθμίσεις του Καποδίστρια και του Καλλικράτη άλλαξαν, άρδην, οι δομές της. Προς το καλλίτερο ή προς το χειρότερο; Ο χρόνος θα δείξει.

Βιβλιογραφία
9. Γάσπαρης Χ., Νικολούδης Ν., Πέννα Β., Ελληνική Ιστορία, Τόμος Β’ Βυζάντιο και ελληνισμός, Πάτρα: Ε.Α.Π
10. Πιζάνιας Θ. Πέτρος, (2015), Η ιστορία των Νέων Ελλήνων από το 1400 έως το 1820, Αθήνα: Εστία.
11. http://www.sansimera.gr/
Πηγή.http://istorias-alitheia.blogspot.gr/search?updated-min=2011-01-01T00:00:00-08:00&updated-max=2012-01-01T00:00:00-08:00&max-results=50
http://enaasteri.blogspot.gr/2016/04/blog-post_17.html

Τετάρτη 11 Οκτωβρίου 2017